Skip to content

Το blog μεταφέρεται στη νέα διεύθυνση http://www.yannisalmpanis.gr

Μεταφορά του blog στο www.yannisalmpanis.gr

almpanis

Το blog μεταφέρεται στη νέα διεύθυνση http://www.yannisalmpanis.gr

Η αδύνατη διαπραγμάτευση

eurogroup-varoufakis

Όσες και όσοι επιχειρούν τις τελευταίες εβδομάδες να αποτιμήσουν την κυβερνητική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ απορρίπτοντας τη μνημονιακή στροφή του, καλούνται εκ των πραγμάτων να αντιμετωπίσουν το ακανθώδες ερώτημα: Η συνθηκολόγηση με τους δανειστές αποτέλεσε αποτέλεσμα της αθέτησης από τον Αλέξη Τσίπρα του προγράμματος του κόμματος ή πρέπει να εξετάσουμε αν, εκτός όλων των άλλων, το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εσφαλμένο; Το ζήτημα δεν σχετίζεται μόνο με τη θεωρητική ανάλυση όσων συνέβησαν, γιατί αναλόγως με τις απαντήσεις που δίνονται, προκύπτουν διαφορετικά πολιτικά σχέδια για το «μετά».

 

Εκεί που δεν ανακατεύτηκε η τρόικα

Νομίζω ότι δύσκολα μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι βασικά στοιχεία του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ αγνοήθηκαν από την κυβέρνηση. Αν μάλιστα για την οικονομική πολιτική υπάρχει η δικαιολογία (ή το άλλοθι) των εκβιασμών των δανειστών, τότε για τους τομείς που δεν επηρεάζονταν από τη διαπραγμάτευση τι θα μπορούσε να λεχθεί; Σίγουρα δεν έφταιγε ο Σόιμπλε που στους 7 μήνες διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (με ολίγη από ΑΝΕΛ) δεν έγινε καμιά θεσμική μεταρρύθμιση για τον περιορισμό της αστυνομικής αυθαιρεσίας, δεν προχώρησαν οι δημοκρατικές αλλαγές στην Παιδεία, δεν θεσμοθετήθηκε το Σύμφωνο Συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια, δεν έκλεισαν οι Σκουριές, δεν προωθήθηκε θεσμικό πλαίσιο για την κοινωνική οικονομία, δεν σημειώθηκε καμιά μεγάλη επιτυχία στο μέτωπο του λαθρεμπορίου καυσίμων, δεν φορολογήθηκε η εκκλησιαστική περιουσία, δεν παραχωρήθηκαν τα Λιπάσματα στους κατοίκους του Πειραιά. Αυτά τα είχε πει ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση δεν τα έκανε, παρ’ όλο που δεν ενδιέφεραν την τρόικα. Όχι ότι δεν έγιναν άλλα σημαντικά βήματα όπως το πρόγραμμα για την ανθρωπιστική κρίση ή η χορήγηση ιθαγένειας στους Έλληνες μεταναστευτικής καταγωγής. Ωστόσο, είναι εύλογο το συμπέρασμα ότι ενώ η κυβέρνηση ήθελε να κάνει αριστερές κινήσεις, εντούτοις, φοβήθηκε τις συγκρούσεις με τα μεγάλα συμφέροντα και τους θύλακες του κοινωνικού συντηρητισμού.

Επιπλέον, ενώ η σημασία της λαϊκής συμμετοχής είχε κεντρική θέση τόσο στο πρόγραμμα όσο και στο δημόσιο λόγο του ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνηση ελάχιστα έκανε για να μειωθεί η απόσταση των πολιτών από τα κέντρα λήψη των αποφάσεων –με εξαίρεση το δημοψήφισμα που κι αυτό όμως δεν εισακούστηκε. Για να είμαστε βέβαια ακριβείς, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι παρά τη μαζική παρουσία των μελών του στα κινήματα, ο ΣΥΡΙΖΑ, ως όλον, περισσότερο επικαλούταν τη λαϊκή συμμετοχή παρά την προωθούσε. Σε πείσμα λοιπόν των διακηρύξεων, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν «άνοιξε» τη διαδικασία της διακυβέρνησης, δεν διανοήθηκε καν θεσμούς πλατειάς διαβούλευσης και συμμετοχικής δημοκρατίας, δεν εμπιστεύτηκε ανθρώπους (ειδικά νέους επιστήμονες) έξω από τον κομματικό μηχανισμό και το πολιτικό σύστημα που είχαν διάθεση και γνώσεις για να βοηθήσουν. Εν ολίγοις, σε ό,τι αφορά τον τρόπο άσκησης της πολιτικής ελάχιστα άλλαξαν.

 

Στα επίδικα της διαπραγμάτευσης

Αν εισέλθουμε τώρα στον σκληρό πυρήνα των επίδικων της διαπραγμάτευσης, θα βρούμε κι εκεί κινήσεις που συμπεριλαμβάνονταν στο πρόγραμμα, αλλά δεν έγιναν –εννοώ ότι δεν έγιναν πριν την τελική συνθηκολόγηση με την ψήφιση του τρίτου Μνημονίου. Η κυβέρνηση μάλλον θα είχε πληρέστερο έλεγχο του τραπεζικού συστήματος αν δεν τοποθετούσε στις διοικήσεις των τραπεζών πρόσωπα του μνημονιακού κατεστημένου –υπό την έννοια ότι συνήθως οι εχθροί σου δεν έχουν λόγο να σε βοηθήσουν. Επίσης, μάλλον θα ήταν καλύτερα τα πράγματα στην οικονομία και η διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης θα ήταν ισχυρότερη, αν η αναστολή πληρωμών του χρέους γινόταν πριν φτάσουν στο όριο τα ταμειακά διαθέσιμα του κράτους. Τέλος, η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων θα παγίωνε και θα διεύρυνε την κοινωνική συμμαχία που έφερε στην κυβέρνηση τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι αν μείνουμε στην αθέτηση του προγράμματος, θα πούμε τη μισή αλήθεια. Γιατί η κεντρική ιδέα της πολιτικής πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ, ότι δηλαδή μπορεί να συνδυαστεί η παραμονή στην ευρωζώνη με τον τερματισμό της λιτότητας, θεμελιωνόταν σε τρεις βασικές παραδοχές που διαψεύστηκαν κατά την πορεία και, κυρίως, στην κατάληξη της διαπραγμάτευσης.

 

Τρεις παραδοχές του ΣΥΡΙΖΑ

Παραδοχή πρώτη. Η πολιτική παράδοση και το δημοκρατικό κεκτημένο της Ευρώπης θα επέβαλαν τον σεβασμό (ως ένα βαθμό βέβαια) της εκπεφρασμένης βούλησης του ελληνικού λαού. Στην πραγματικότητα, συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Η βούληση του ελληνικού λαού που εκφράστηκε τόσο στις εκλογές όσο και (πολύ περισσότερο) στο δημοψήφισμα, όχι μόνο δεν έγινε αντικείμενο σεβασμού, αλλά στην ουσία βιάστηκε, αφού η συμφωνία που επιβλήθηκε κινείται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Υπό το πρόσημα του σεβασμού των ευρωπαϊκών κανόνων, οι ιθύνοντες της ΕΕ επέμειναν πεισματικά (και τελικά το επέβαλαν) ότι δεν υπάρχει χώρος στην ευρωζώνη για μια εναλλακτική πολιτική. Ήδη από τον Φλεβάρη ο Γιούνγκερ ήταν όσο πιο σαφής μπορούσε να γίνει: «Αν σήμερα κάναμε ό,τι ζητάει η ελληνική κυβέρνηση, με κάθε λεπτομέρεια εννοώ, και αν αύριο οι Φινλανδοί που ψηφίζουν σε λίγο καιρό και οι Ισπανοί που ψηφίζουν το φθινόπωρο πρέπει να αλλάζουμε πολιτική, κάθε φορά που γίνονται εκλογές; Πρέπει να θεωρήσουμε ότι οι Συνθήκες δεν είναι πια Συνθήκες και ότι οι κανόνες δεν είναι πια κανόνες, επειδή έγιναν εκλογές; Συνεπώς, αυτό που λέω είναι ότι δεν μπορούμε να αλλάζουμε κανόνες ή Συνθήκες κάθε φορά που γίνονται εκλογές. Αλλά πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη το εκλογικό αποτέλεσμα.». Στη σημερινή Ευρώπη δεν υπάρχει χώρος για τη δημοκρατία γιατί η δημοκρατία μπορεί να απειλήσει το καθεστώς της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού. Η βούληση του ελληνικού λαού έπρεπε να ποδοπατηθεί να μην υπάρξει ρωγμή στο οικοδόμημα της ευρωζώνης, ρωγμή που θα αποτελούσε πολιτικό αντι-παράδειγμα πανευρωπαϊκής εμβέλειας.

Παραδοχή δεύτερη. Η πίεση των δανειστών δεν θα ξεπερνούσε έναν ορισμένο βαθμό έντασης που προσδιορίζουν οι φιλικές σχέσεις μεταξύ συμμάχων κι εταίρων. Στην πραγματικότητα, έγινε ακριβώς το αντίθετο. Ένας ανελέητος οικονομικός πόλεμος εξαπολύθηκε εναντίον της Ελλάδας. Από την άρση του weaver των ελληνικών ομολόγων, στη χρηματοδότηση με το σταγονόμετρο των ελληνικών τραπεζών από τον ELA, και μετά στο πάγωμα του ELA και τα capital controls, η οικονομία υπέστη ένα πραγματικό χρηματοπιστωτικό στραγγαλισμό με σκοπό την υποταγή της κυβέρνησης. Αποκορύφωμα του οικονομικού πολέμου ήταν η απειλή για απόσυρση των εγγυήσεων της ΕΚΤ που θα οδηγούσε στην κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και την άτακτη χρεοκοπία. Στην ουσία, η ελληνική κοινωνία απειλήθηκε με εκτεταμένη ανθρωπιστική κρίση. Οι δανειστές αντιμετώπισαν δηλαδή την Ελλάδα ως εμπόλεμη χώρα και όχι ως «εταίρο». Πρέπει μάλιστα να υπογραμμίσουμε ότι ο χρηματοπιστωτικός στραγγαλισμός ήταν αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων με συγκεκριμένες (πολιτικές) στοχεύσεις και όχι απόρροια των αντιδράσεων των αγορών ή άλλων οικονομικών παραγόντων. Στη σύγχρονη Ευρώπη ο χρηματοπιστωτικός στραγγαλισμός και η  επιβολή της χρεοκοπίας είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα –και γι’ αυτό δεν υπάρχουν «εύκολες» λύσεις για έξοδο από τη λιτότητα.

Παραδοχή τρίτη. Η αναστολή πληρωμών και η απειλή για Grexit θα προκαλούσε αναταραχή στις χρηματαγορές, πράγμα που θα αποτελούσε μοχλό πίεσης στους δανειστές για να αποδεχτούν έναν συμβιβασμό. Στην πραγματικότητα, ούτε οι αγορές ούτε το ευρώ γνώρισαν αναταράξεις, ακόμα και όταν δεν πληρώθηκε το ΔΝΤ, οι τράπεζες έκλεισαν, και το Όχι κατήγαγε περιφανή νίκη. Αποδείχτηκε ότι η πλευρά των δανειστών, εκτός των μεγάλων ποσών που διέθεσε για να κρατήσει τις αγορές σταθερές, έχει πάρει επαρκή μέτρα θωράκισης (μετατροπή του ελληνικού χρέους σε διακρατικό, αναδιάρθρωση τραπεζικού συστήματος, ποσοτική χαλάρωση) απέναντι στην «ελληνική μόλυνση».  Το ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένη και αρκετά αποφασισμένη για το Plan B δεν μπορεί να εξηγήσει τη σταθερότητα των αγορών και του ευρώ. Πέραν του ότι κανείς δεν ήταν σίγουρος (ειδικά τη βδομάδα του δημοψηφίσματος) για το τι πραγματικά επιδιώκει ο Τσίπρας, όταν έκλεισαν οι τράπεζες μπήκαμε στη ζώνη του «ατυχήματος», όπου μια έκρηξη μπορούσε να συμβεί χωρίς να το επιδιώξει κανείς. Επιπλέον, αυτό που θεωρούταν από το ΣΥΡΙΖΑ έσχατο διαπραγματευτικό χαρτί (το Grexit δηλαδή), αποτελούσε απειλή μόνο για ένα μέρος των δανειστών, ενώ για ένα άλλο συνιστούσε τμήμα του σχεδίου τους –και συνιστά ακόμα και τώρα. Από τη στιγμή που οι αγορές και το ευρώ παρέμειναν σταθερές, η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε κανένα μέσο πίεσης προς τους δανειστές –με την εξαίρεση της γεωπολιτικής θέσης της χώρας. Ο ΣΥΡΙΖΑ επαγγέλθηκε μια σκληρή διαπραγμάτευση που αποδείχτηκε αδύνατη.

 

Ξαναρχίζουμε από τη μέση

Η αποτυχία της κυβέρνησης να πετύχει μια έστω ανεκτή συμφωνία, αποτελεί ήττα μιας ολόκληρης στρατηγικής. Η απόφαση δε του Αλέξη Τσίπρα και της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να αποδεχτούν επί της ουσίας την ήττα και να καταστήσουν το τρίτο Μνημόνιο ορίζοντα της πολιτικής τους, θα οδηγήσει αναπόφευκτα το κόμμα στο χώρο της κεντροαριστεράς και θα απαξιώσει περαιτέρω την πολιτική –ήδη το βλέπουμε στην προεκλογική εκστρατεία.

Ωστόσο, δεν γίνεται να μην παρατηρήσουμε ότι ήττα της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ καθιστά ανεδαφική και οποιαδήποτε άλλη στρατηγική που προτείνει «εύκολες» λύσεις, οποιαδήποτε στρατηγική που προκρίνει την «εκπροσώπηση» του εκλογικού σώματος σε βάρος της οργάνωσης της κοινωνίας προκειμένου να αντισταθεί στα μνημονιακά μέτρα σήμερα και να αντέξει σε έναν νέο οικονομικό πόλεμο αύριο.

Η αναγκαία νέα αρχή δεν μπορεί να προσπεράσει όσα συνέβησαν το τελευταίο εννιάμηνο. Όπως έγραφε ο Ντελέζ (και δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει ο Μπενσαΐντ), δεν ξαναρχίζουμε από την αρχή. Ξαναρχίζουμε πάντα από τη μέση, με τον πλούτο της εμπειρίας και τα διδάγματα της ήττας. Θα ξαναρχίσουμε λοιπόν με τη γνώση των αδιεξόδων αλλά και το πάθος της 5ης Ιουλίου που απέδειξε ότι όλα είναι ανοιχτά –ακόμα και όσα δεν τολμάμε να φανταστούμε.

 

Γιάννης Αλμπάνης

Δήλωση παραίτησης από την Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ

1o_synedrio_syriza_ekm_0 (1)

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Η προκήρυξη εκλογών πριν το έκτακτο συνέδριο που είχε αποφασίσει η ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ, δεν αποτέλεσε μόνο μια πράξη περιφρόνησης της συντεταγμένης δημοκρατικής λειτουργίας του κόμματος. Υπονόμευσε επίσης την τελευταία ευκαιρία για την ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ και ακύρωσε τη δυνατότητα ενός πολιτικού διαλόγου που έχουμε ανάγκη πιο πολύ από κάθε άλλη φορά. Το αποτέλεσμα της επίσπευσης των εκλογών είναι ορατό: ο ΣΥΡΙΖΑ βαδίζει προς τις κάλπες ακρωτηριασμένος και με πρόγραμμά του την πλήρη εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου.

Ο εκβιασμός που δέχτηκε η κυβέρνηση από τους δανειστές ήταν απολύτως υπαρκτός. Γι’ αυτό και δεν στέκουν η ρητορεία περί «προδοσίας» καθώς και η εύκολη αντιμνημονιακή συνθηματολογία. Ωστόσο, ούτε ο εκβιασμός πρέπει να μετατραπεί στο ανυπέρβλητο όριο της πολιτικής ζωής ούτε το αντικοινωνικό Μνημόνιο να εξελιχθεί σε προγραμματικό ορίζοντα του ΣΥΡΙΖΑ. Ο εκβιασμός είναι ο πραγματικός διεθνής συσχετισμός που πρέπει να πολεμήσουμε.

Χρειαζόμαστε λοιπόν, αφού επισημάνουμε τα λάθη της προηγούμενης περιόδου, τη χάραξη ενός ρεαλιστικού σχεδίου απεμπλοκής από το Μνημόνιο. Με σοβαρό οικονομικό προγραμματισμό, οργανωτική αναδιάταξη της δημόσιας διοίκησης, κινητοποίηση του δημιουργικού δυναμικού της κοινωνίας και, πάνω απ’ όλα, ενεργή λαϊκή συμμετοχή σε όλα τα επίπεδα. Χωρίς φετίχ, ευσεβείς πόθους κι επιπολαιότητα.

Αυτή τη στιγμή στον ΣΥΡΙΖΑ η εκπόνηση του σχεδίου απεμπλοκής όχι μόνο δεν έχει ξεκινήσει, αλλά ούτε καν συζητιέται. Διαφωνώντας τελείως με την κεντρική γραμμή του κόμματος και μπροστά στον θρυμματισμό της συντεταγμένης εσωκομματικής λειτουργίας, δεν μπορώ παρά να παραιτηθώ από μέλος της Κεντρικής Επιτροπής.

Η παραίτηση μου επ’ ουδενί οδηγεί στην ιδιώτευση. Τώρα που ένας πολιτικός κύκλος κλείνει, καλό είναι να θυμόμαστε ότι Αριστερά δεν (πρέπει να) σημαίνει μόνο ένα πρόταγμα κοινωνικού μετασχηματισμού, αλλά και μια ορισμένη ευπρέπεια. Ας αποφύγουμε λοιπόν την ανθρωποφαγία και τη χυδαιότητα. Μάς αξίζει κάτι (πολύ) καλύτερο. Δεν είμαι βέβαιος για το αν το βάθος του ουρανού παραμένει κόκκινο· γαλάζιο πάντως δεν είναι.

Γιάννης Αλμπάνης 26/8/2015

 

Νέα γραμμή, όχι κυνήγι μαγισσών

Meeting between Greek Prime Minister Alexis Tsipras and the Iranian Foreign Minister Mohammad Javad Zarif Konsari in Maximos Mansion, Athens, on 28 May, 2015 / Συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα  με τον Ιρανό Υπουργό Εξωτερικών Μοχάμαντ Τζαβάντ Ζαρίφ Κονσάρι, Αθήνα, 28 Μαίου, 2015

Δημοσιεύτηκε στην Σφημερίδα των Συντακτών στις 14/2015

Η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ για σύγκληση έκτακτου συνεδρίου τον Σεπτέμβρη έδωσε μια τελευταία ευκαιρία για να αποφευχθεί μια διάσπαση που μοιάζει αναπότρεπτη.

Μάλιστα, θα ήμασταν πιο ακριβείς αν κάναμε λόγο για πολυδιάσπαση αφού, πέρα από τον κόσμο που πάντοτε στις διασπάσεις αποτραβιέται από τις οργανωμένες διαδικασίες, θα υπάρξει τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ που δεν θα συνταχτεί με κάποιο από τα δύο μέρη της σύγκρουσης.

Με την απόφαση της Κ.Ε. οριοθετήθηκε ένα πλαίσιο εσωκομματικού διαλόγου με ορίζοντα το έκτακτο συνέδριο, που δεν επιτρέπει μονομερείς ενέργειες όπως είναι οι διαγραφές.

Είναι αυτονόητο ότι το συνέδριο (ως η κορυφαία δημοκρατική διαδικασία του κόμματος) θα πρέπει να αποφασίσει για τη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές. Αυτή τη στιγμή βέβαια όλα δείχνουν ότι η τελευταία ευκαιρία για την ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ θα πάει χαμένη…

Παρά όμως την απαισιοδοξία για τις εσωκομματικές εξελίξεις, θα ήταν χρήσιμο να σκιαγραφήσουμε τις πολιτικές προϋποθέσεις που θα μπορούσαν να διασφαλίσουν την ενότητα και την αριστερή πορεία του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα και αν σήμερα δεν μπορούν να βρουν ευήκοα ώτα, θα μπορούσαν ίσως να δώσουν έναυσμα διαλόγου στο προσεχές μέλλον.

Πρώτα απ’ όλα, ο ΣΥΡΙΖΑ (και εν γένει η Αριστερά) δεν μπορεί από θέσεις κυβερνητικής ευθύνης να εφαρμόσει το νέο Μνημόνιο, πόσο μάλλον όταν αυτό επιβλήθηκε με οικονομικό πραξικόπημα. Είναι ζήτημα ηθικής τάξης (αφού το πρόγραμμά του κινείται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση) και πολιτικής στρατηγικής (αφού η εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων θα θρυμματίσει τις κοινωνικές συμμαχίες του κόμματος). Δεν μπορεί ο Αλιέντε να εφαρμόσει το πρόγραμμα του Πινοσέτ.

Δεύτερον, δεν είναι δυνατόν να συζητάμε σήμερα σαν να μην ήταν υπαρκτός ο στυγνός εκβιασμός των δανειστών ή σαν να μην έχει λάβει χώρα το εξάμηνο της διαπραγμάτευσης. Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα μια επιστροφή στην πολιτική ρητορεία του 2012. Ισως το πιο μεγάλο κέρδος του εξαμήνου που πέρασε είναι ότι έφτασε στο απώτατο όριό της, την τακτική της «σκληρής διαπραγμάτευσης», αναδεικνύοντας εντέλει την ανεπάρκειά της.

Το μείζον ερώτημα που προέκυψε από την ήττα της τακτικής μας είναι το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί μια ευρωπαϊκή ελίτ που έχει και τη δύναμη και τη βούληση να εξοντώσει οικονομικά έναν ολόκληρο λαό, προκειμένου να στραγγαλίσει εν τη γενέσει ένα εναλλακτικό πολιτικό παράδειγμα.

Τρίτον, είναι όρος ύπαρξης για τον ΣΥΡΙΖΑ και, κυρίως, για την ελληνική κοινωνία να χαράξουμε και να εφαρμόσουμε ένα σχέδιο απεμπλοκής από το Μνημόνιο. Η απεμπλοκή ούτε μπορεί να χάνεται στο βάθος της τετραετίας ούτε μπορεί να επέλθει ως αποτέλεσμα της… πλήρους εφαρμογής του Μνημονίου.

Τέταρτον, ούτε ενότητα αλλά ούτε καν διάλογος μπορούν να υπάρξουν σε ένα κλίμα ανθρωποφαγίας που αρχίζει να θυμίζει ζοφερές εποχές της Αριστεράς.

Στον ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχουν ούτε προδότες ούτε και υπονομευτές. Πέρα από τη νοσηρότητα που παράγουν, οι θεωρίες συνωμοσίας και η ενοχοποίηση προσώπων αποπροσανατολίζουν από τα πραγματικά πολιτικά ερωτήματα. Οπως έλεγε ένας παλιός κομμουνιστής: Δεν έφταιγαν ούτε ο Ζαχαριάδης ούτε ο Μάρκος. Η γραμμή ήταν από την αρχή λάθος γιατί δεν είχαμε καταλάβει τον κόσμο στον οποίο ζούσαμε.

Νέα γραμμή χρειαζόμαστε, όχι διάσπαση και κυνήγι μαγισσών.

 

Γιάννης Αλμπάνης

Χρειαζόμαστε σχέδιο για την ανατροπή της επικυριαρχίας των δανειστών

syntagma

 

Συνέντευξη του Γιάννη Αλμπάνη στην Τζέλα Αλιπράντη για την Εποχή της 26/7/2015

 

  • Πώς αποτιμάτε τη συμφωνία που έφερε η κυβέρνηση;

 

Η συμφωνία αποτελεί το αποτέλεσμα ενός στυγνού εκβιασμού. Υπό την απειλή της ανατίναξης του τραπεζικού συστήματος που θα οδηγούσε στην άτακτη χρεοκοπία και την πλήρη οικονομική καταστροφή, επιβλήθηκε στην ελληνική κυβέρνηση το τρίτο μνημόνιο. Όπως ακριβώς τα δύο προηγούμενα, το τρίτο μνημόνιο βαθαίνει την ύφεση και την ταξική πόλωση, χωρίς να διασφαλίζει σε βάθος χρόνου την παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη –παρά την επικείμενη αναδιάρθρωση χρέους. Επιπλέον, διαιωνίζει το καθεστώς μειωμένης λαϊκής κυριαρχίας, από τη στιγμή που η Βουλή νομοθετεί καθ’ υπαγόρευση των δανειστών. Η συμφωνά βρίσκεται δηλαδή στον αντίποδα του πολιτικού σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ και των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης. Αν και συνήθως γίνεται λόγος για «πραξικόπημα», νομίζω ότι μάλλον θα έπρεπε να ανατρέξουμε σε καταστάσεις του 19ου αιώνα όταν οι αγγλικές κανονιοφόροι επέβαλλαν στην ελληνική κυβέρνηση την πολιτική που θα έπρεπε να ακολουθήσει. Το ότι η συμφωνία είναι πολύ κακή, επ’ ουδενί σημαίνει ότι ο εκβιασμός δεν ήταν απολύτως υπαρκτός. Το ερώτημα είναι γιατί τα πράγματα έφτασαν στο σημείο ώστε να τεθεί το τελεσίγραφο «μνημόνιο ή άτακτη χρεοκοπία».

 

  • Υπάρχει έδαφος για απεμπλοκή από τα μνημόνια;

 

Κατ’ αρχάς, πρέπει να συνομολογήσουμε ότι δεν υπάρχει πολιτικό έδαφος για να εφαρμόσει ο ΣΥΡΙΖΑ τα μνημόνιο. Είναι τόσο λεπτομερείς οι προβλέψεις της συμφωνίας και τόσο αυστηρή η επιτήρηση που δεν υπάρχει εναλλακτικός τρόπος εφαρμογής ή δυνατότητα υιοθέτησης «αντίμετρων». Το μνημόνιο θα εφαρμοστεί (αν εφαρμοστεί) με κοινωνικό πόνο και κρατική καταστολή. Επομένως, θα πρέπει να εξυφάνουμε ένα σχέδιο ανατροπής της επικυριαρχίας των δανειστών, ένα χειραφετησιακό σχέδιο αποκατάστασης της λαϊκής κυριαρχίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Σε ένα τέτοιο σχέδιο όσο αναγκαία είναι η κινητοποίηση των μαζών άλλο τόσο απαραίτητη είναι η ενδελεχής τεχνική τεκμηρίωση –ειδικά σε ό,τι αφορά το τραπεζικό σύστημα. Το ζητούμενο είναι πώς δεν θα βρεθούμε ξανά ενώπιον του θανάσιμου τελεσίγραφου «μημόνιο ή άτακτη χρεοκοπία» ή τουλάχιστον πώς θα μπορέσουμε να το αντιμετωπίσουμε με σχετική επάρκεια.

 

  • Αυτή τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται διχασμένος, μπορεί να αποφευχθεί η ρήξη;

 

Αν συνεχίσουμε όπως σήμερα, η διάσπαση θα έχει συντελεστεί μέχρι τα τέλη Σεπτέμβρη. Μάλιστα μπορεί να επέλθει ο κατακερματισμός του κόμματος -σε ό,τι αφορά το στελεχιακό δυναμικό του, όχι το εκλογικό σώμα του. Επειδή από ένα σημείο και μετά η διάσπαση «σε πάει μόνη της» και δεν «την πας εσύ, ίσως τώρα να είναι η τελευταία ευκαιρία για να διατηρηθεί το κόμμα ενωμένο. Θα πρέπει όμως να τηρηθούν τρεις βασικές προϋποθέσεις:

α) Να αποκατασταθεί κλίμα διαλόγου κι ευπρέπειας. Στον ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχουν ούτε προδότες ούτε τζάμπα μάγκες.

β) Να επανεργοποιηθούν τα όργανα του κόμματος (όπως η ΚΕ) που βρίσκονται σε αδράνεια.

γ) Να πάμε με βάση το Καταστατικό σε συνέδριο στρατηγικού επανακαθορισμού της πορείας του όλου ΣΥΡΙΖΑ. Όχι συνέδριο ξεκαθαρίσματος λογαριασμών.

 

  • Υπό ποιους πολιτικούς όρους μπορεί να υπάρξει ενότητα του κόμματος;

 

Δύο είναι οι βασικοί πολιτικοί όροι. Ο πρώτος είναι ότι εφαρμογή του μνημονίου δεν συνιστά τον ορίζοντα της πολιτικής μας. Δηλαδή, αρνούμαστε να εσωτερικεύσουμε την ήττα και να τη μετατρέψουμε σε ιδεολογία. Η εφαρμογή του μνημονίου απαιτεί ένα άλλο κόμμα, ασχέτως αν αυτό θα ονομάζεται ΣΥΡΙΖΑ ή όχι. Ο δεύτερος όρος είναι ότι θα συζητήσουμε όλοι νηφάλια επί των πραγματικών δεδομένων. Ο οικονομικός πόλεμος των διεθνών κέντρων δεν είναι μπλόφα, αλλά απολύτως υλικό ζήτημα, το οποίο δεν αντιμετωπίζεται απλά με αδάμαστο φρόνημα. Εξίσου υπαρκτή είναι η δαμόκλειος σπάθη της τραπεζικής χρεοκοπίας που επικρέμεται πάνω από την ελληνική οικονομία. Τα πραγματικά ζητήματα απαιτούν πραγματικές απαντήσεις, όχι ηθικολογικά παρακελεύσματα.

 

  • Τελικά, πρόκειται όντως για «στρατηγική ήττα» της κυβέρνησης η συμφωνία, όπως διατυπώνουν πολλά μέλη του κόμματος;

 

Αναμφίβολα ηττήθηκε η κυβέρνηση. Όχι μόνο δεν επεξεργάστηκε Plan Β, αλλά ούτε και το Plan A το εφάρμοσε με τον καλύτερο τρόπο –τι άλλο σημαίνουν οι αλλαγές στη διαπραγματευτική ομάδα και τον υπουργό Οικονομικών… Επιπλέον, στους τομείς που δεν επηρεάζονταν από τη διαπραγμάτευση, ο απολογισμός είναι αναντίστοιχος με τις προσδοκίες των μελών του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, η συμφωνία σηματοδοτεί επίσης τη διάψευση στρατηγικών αντιλήψεων του ΣΥΡΙΖΑ όπως ότι:

α) Μπορεί να γίνει ανεκτή μια αριστερή-εναλλακτική πολιτική στο πλαίσιο της ευρωζώνης.

β) Η δημοκρατία δεν μπορεί να μη γίνεται σεβαστή ως ένα βαθμό από τους Ευρωπαίους «εταίρους».

γ) Ένα κράτος μέλος της ΕΕ δεν μπορεί να απειληθεί με οικονομική εξόντωση.

 

Κυρίως όμως ηττήθηκε η αντίληψη ότι μπορεί να υπάρξουν ««εύκολες» λύσεις  -που θα τις βρούμε είτε στις Βρυξέλλες είτε στη Μόσχα και το Πεκίνο.

Εκ των πραγμάτων, τίθεται πλέον υπό ερώτηση η ίδια η στρατηγική της «κυβέρνησης της Αριστεράς». Το κατά πόσο δηλαδή μπορεί να εφαρμοστεί μια πραγματικά αριστερή κυβερνητική πολιτική εντός του σημερινού παγκόσμιου συσχετισμού,

 

Μόνο ο σεβασμός στις κόκκινες γραμμές μπορεί να καταστήσει βιώσιμη μια συμφωνία

kokkines grammes

Δημοσιεύτηκε στο Red Notebook στι2 13/5/2015

Όλα δείχνουν ότι έχουμε μπει στην τελευταία πράξη του ελληνικού μνημονιακού δράματος. Μέσα στις επόμενες (λίγες) εβδομάδες η διαπραγμάτευση θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Η αναγκαστική ολοκλήρωση δεν φαίνεται ότι θα είναι αποτέλεσμα της ευόδωσης του διαλόγου μεταξύ των «εταίρων», αλλά αναπόφευκτο αποτέλεσμα της πιστωτικής ασφυξίας στην οποία έχουν περιέλθει τα κρατικά ταμεία.

Σε προηγούμενα κείμενα είχα συνταχθεί με την άποψη ότι οι δανειστές δεν επιδιώκουν κάποιου είδους (έστω ετεροβαρή) συμβιβασμό. Σύμφωνα με τα πραγματικά δεδομένα της διαπραγμάτευσης καθώς και (κυρίως) τις συντονισμένες «διαρροές» των δανειστών, ο πραγματικός στόχος τους ήταν να παγιδέψουν τη νέα ελληνική κυβέρνηση. Δηλαδή μέσω του χρηματοδοτικού στραγγαλισμού να την οδηγήσουν στο δίλημμα «νέο Μνημόνιο ή μη καταβολή μισθών και συντάξεων». Οι δανειστές θέλουν είτε η κυβέρνηση να ενσωματωθεί στην κυρίαρχη πολιτική είτε να καταρρεύσει υπό το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής.

Η εξέλιξη των πραγμάτων έχει δικαιώσει τον ισχυρισμό περί παγίδευσης. Φτάσαμε στα μέσα Μάη, τα ταμειακά διαθέσιμα του κράτους εξαντλούνται, η χρηματοδότηση δεν απελευθερώνεται έστω και στο ελάχιστο, η συκοφαντική εκστρατεία στα διεθνή ΜΜΕ συνεχίζεται, οι δανειστές όχι μόνο δεν κάνουν βήματα πίσω αλλά προβάλλουν νέες προκλητικές απαιτήσεις –η αξίωση περί ενιαίου ΦΠΑ 23% είναι η πλέον χαρακτηριστική. Ενώ η ελληνική κυβέρνηση έχει δείξει ιδιαίτερα διαλλακτική διάθεση και έχει κάνει σημαντικά βήματα πίσω από το πρόγραμμά της (ίσως υπερβολικά πολλά), η άλλη πλευρά επιμένει να προβάλλει ως σημείο αναφοράς της διαπραγμάτευσης την πέμπτη αξιολόγηση του δεύτερου Μνημονίου. Ο χρόνος τελειώνει και φαίνεται ότι δεν θα αργήσει η στιγμή που οι δανειστές θα θέσουν στην ελληνική κυβέρνηση το τελικό τελεσίγραφο με τη μορφή μιας μνημονιακής πρότασης «take it or leave it». Είτε θα δεχτούμε το σύνολο των απαιτήσεων τους είτε θα ξεμείνουμε από χρήματα.

Τι δεν μπορεί να γίνει

Απέναντι στην πολύ δύσκολη κατάσταση πρέπει να προσδιοριστεί τι θα θέλαμε να γίνει, τι δεν μπορεί να γίνει, και τι μπορεί να αναγκαστούμε να κάνουμε εντέλει. Το τι θα θέλαμε είναι προφανές: Έναν «αμοιβαία επωφελή συμβιβασμό». Σύμφωνα με αυτό το καλό σενάριο, οι δανειστές στο τέλος της διαπραγμάτευσης κάνουν πίσω, είτε γιατί έχουν θεωρήσει ότι κέρδισαν αρκετά είτε γιατί κάμπτονται από την προοπτική ανεξέλεγκτων καταστάσεων στην Ελλάδα και την ευρωζώνη. Όσο και αν το «καλό σενάριο» μοιάζει να έχει πλέον τις λιγότερες πιθανότητες ευόδωσης, δεν θα πρέπει να του κλείσει κανείς την πόρτα. Αν μη τι άλλο, ο έντιμος συμβιβασμός εκφράζεις ακριβώς τη λαϊκή εντολή που έχει δοθεί στον ΣΥΡΙΖΑ.

Πέρα όμως από το τι θα θέλαμε εμείς να γίνει, υπάρχει και αυτό που θέλουν οι δανειστές. Κάτι που δεν μπορεί να γίνει ή τουλάχιστον δεν μπορεί να το κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί αυτό που θέλουν οι δανειστές, και απορρίπτει σθεναρά η κυβέρνηση, είναι η απρόσκοπτη συνέχιση της μνημονιακής πολιτικής. Μια συμφωνία που δεν θα αλλάξει την προσέγγιση σε βασικά ζητήματα, όπως τα πλεονάσματα, οι περικοπές, η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, το ξεπούλημα δημόσιων αγαθών, το χρέος, δεν πρόκειται να είναι ούτε οικονομικά ούτε πολιτικά βιώσιμη.

Οικονομικά δεν είναι βιώσιμη γιατί διαιωνίζει τον αυτοτροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο χρέος-λιτότητα-χρέος. Τυχόν νέα περιοριστικά μέτρα όχι μόνο θα προκαλέσουν περαιτέρω εξαθλίωση των πιο αδύναμων, αλλά θα υπονομεύσουν την όποια προοπτική ανάκαμψης. Είναι πραγματικά απορίας άξιο πώς μπορεί να προτείνεται αύξηση της συνολικής επιβάρυνσης του ΦΠΑ (ενός φόρου δηλαδή που πλήττει περισσότερο τους φτωχούς από τους πλούσιους) όταν αποτελεί κοινή παραδοχή ότι η μνημονιακή πενταετία σήμανε τη φορολογική αφαίμαξη όσων δεν μπορούν ή δεν θέλουν να φοροδιαφύγουν.

Πέρα όμως από οικονομικά ατελέσφορη, η συνέχιση της μνημονιακής πολιτικής είναι πολιτικά μη ρεαλιστική. Ένα υποτιθέμενο νέο Μνημόνιο θα σήμαινε πτώση της κυβέρνησης και μάλιστα με το χειρότερο τρόπο. Η μεν Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να την υπερψηφίσει στο σύνολό της, αφού θα είναι εξαιρετικά δύσκολο για ένα βουλευτή να εξηγήσει στους ψηφοφόρους του γιατί ψήφισε τα ακριβώς αντίθετα από αυτά για τα οποία τον ψήφισαν. Η δε αντιπολίτευση δεν πρόκειται να δώσει χείρα βοηθείας σε μια παραπαίουσα κυβέρνηση –ήδη ο Σαμαράς κάνει «αντιμνημονιακή» στροφή και ο Άδωνις δηλώνει ότι δεν θα ψηφίσει «γουρούνι στο σακί

Εν ολίγοις, μνημονιακή συμφωνία σημαίνει συνθηκολόγηση άνευ όρων και ιστορική ήττα για την Αριστερά. Γι’ αυτό άλλωστε και η κυβέρνηση δεν πρόκειται να την επιλέξει.

Μονόδρομος οι κόκκινες γραμμές

Ο αμοιβαία επωφελής συμβιβασμός είναι η καλύτερη δυνατή λύση, υπό την έννοια ότι ανοίγει το δρόμο για μια εναλλακτική πολιτική με τους λιγότερους δυνατούς κραδασμούς στην οικονομία και την κοινωνία. Ωστόσο, το ευκταίο δεν είναι πάντοτε εφικτό. Αν λόγω αδιαλλαξίας και ιδεολογικού φονταμενταλισμού δεν γίνουν από την πλευρά των δανειστών τα αναγκαία βήματα προς τα πίσω, η κυβέρνηση θα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να κάνει άλλες υποχωρήσεις. Οι κόκκινες γραμμές που έχουν τεθεί από τον πρωθυπουργό, είναι απαραβίαστες. Γιατί ακριβώς μόνο ο σεβασμός σε αυτές τις κόκκινες γραμμές μπορεί να καταστήσει μια συμφωνία οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά βιώσιμη. Θέλουμε τον συμβιβασμό, αλλά αν η άλλη πλευρά επιχειρήσει να θέσει το δίλημμα «συνθηκολόγηση ή ρήξη», η συνθηκολόγηση δεν αποτελεί εναλλακτική λύση ούτε για τον ΣΥΡΙΖΑ ούτε για τον λαό.

Να μην πέσουμε στην παγίδα των δανειστών

 Hampstead Heath Fair 1949, later print Wolfgang Suschitzky born 1912 Gift Eric and Louise Franck London Collection 2013 http://www.tate.org.uk/art/work/P13431

Δημοσιεύτηκε στο Red Notebook στις 23/4/2015

Η τροπή που έχει πάρει η διαπραγμάτευση της ελληνικής κυβέρνησης με τους «θεσμούς», δεν θα έπρεπε να αφήνει αμφιβολίες για τις προθέσεις των δανειστών. Ενώ στους δύο μήνες που ακολούθησαν από τη συμφωνία της 20ης Φλεβάρη η κυβέρνηση έκανε αλλεπάλληλες συμβιβαστικές προτάσεις και διαμόρφωσε μια συνεκτική λίστα μέτρων (αρκετά από τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ), η άλλη πλευρά δεν μετακινήθηκε από τις θέσεις της ή τουλάχιστον δεν μετακινήθηκε τόσο όσο χρειαζόταν για να φτάσει σε εκείνη την ενδιάμεση περιοχή όπου θα μπορούσε να οικοδομηθεί ένας έντιμος συμβιβασμός. Η όποια «πρόοδος» στο ζήτημα του πλεονάσματος δεν μεταβάλλει τη γενική εικόνα. Επιπλέον, δεν πρέπει να παραπλανά ο ισχυρισμός περί «μη ολοκληρωμένου ελληνικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων. Οι προτάσεις της ελληνικής πλευράς και λεπτομερείς είναι και κοστολογημένες. Στην πραγματικότητα, το «μη ολοκληρωμένο» σημαίνει «μη μνημονιακό».

Μνημονιακά μέτρα ή «χρεοκοπία»

Οι δανειστές φαίνεται ότι ακολουθούν παρελκυστική τακτική, επιμένοντας στη μνημονιακή λογική. Επιδιώκουν, από τη μια μεριά, να εξαντληθούν τα ταμειακά αποθέματα της χώρας, και από την άλλη, να φθαρεί η λαϊκή υποστήριξη της κυβέρνησης. Για την ακρίβεια, το δεύτερο αποτελεί συνέπεια του πρώτου, αφού το πρόβλημα ρευστότητας οδηγεί σε καθυστέρηση των κρατικών πληρωμών, κάτι που εκ των πραγμάτων δυσκολεύει την καθημερινότητα. Η πολιτικά αποδυναμωμένη κυβέρνηση μιας οικονομικά εξαντλημένης χώρας θα βρεθεί στο τέλος ενώπιον του αμείλικτου διλήμματος: αποδοχή μνημονιακών μέτρων ή «χρεοκοπία». Αν κρίνουμε από μεγάλο αριθμό πρόσφατων δημοσιευμάτων του διεθνούς Τύπου («χρεοκοπία της Ελλάδας εντός ευρωζώνης»), η προσπάθεια είναι να φτάσουμε στο «σημείο μηδέν» σε στιγμή που το κράτος δεν έχει μπροστά του κάποια πληρωμή στους διεθνείς πιστωτές, αλλά υποχρεώσεις στο εσωτερικό –εν προκειμένω, η «χρεοκοπία» ορίζεται ως εσωτερική στάση πληρωμών. Ο λόγος του συγκεκριμένου timing είναι να προκληθεί στην κυβέρνηση καταστροφική πολιτική φθορά (τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά), χωρίς οι δανειστές να διακινδυνεύσουν τις εισπράξεις τους.

Να ξεφύγουμε από την παγίδα

Ο χρόνος τρέχει σε βάρος της κυβέρνησης και η χειρότερη επιλογή είναι να αφεθούν τα πράγματα να κυλήσουν όπως τώρα. Η λύση δεν μπορεί να επαφίεται στην καλή θέληση των δανειστών. Τους τρεις τελευταίους μήνες έχουν δείξει με κάθε δυνατό τρόπο ότι όχι μόνο δεν έχουν καλή θέληση, αλλά ότι επιδιώκουν διακαώς την ταχεία πτώση της κυβέρνησης και την ήττα του νέου ευρωπαϊκού πολιτικού παραδείγματος που εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Η απρόσκοπτη ροή της διαπραγμάτευσης ως έχει, θα οδηγήσει εντέλει στο να τεθεί η κυβέρνηση ενώπιον του διλήμματος «χρεοκοπία ή μνημονιακά μέτρα». Τώρα είναι η ώρα για τολμηρές πολιτικές πρωτοβουλίες που θα εκτρέψουν την πορεία της διαπραγμάτευσης για να αποφευχθεί το διαφαινόμενο αδιέξοδο. Τρεις θα μπορούσαν να είναι οι άξονες τέτοιων πρωτοβουλιών: Πρώτον, πρέπει την «ώρα μηδέν» να μην την ορίσουν οι δανειστές, αλλά η ελληνική πλευρά, δεδομένου ότι ο χρόνος ορίζει σε μεγάλο βαθμό τις συντεταγμένες των εξελίξεων. Δεύτερον, η πληρωμή μισθών και συντάξεων πρέπει να έχει απόλυτη προτεραιότητα έναντι των απαιτήσεων των δανειστών, όπως άλλωστε είχε υπογραμμίσει ο Αλέξης Τσίπρας στην επιστολή του προς την Άνγκελα Μέρκελ. Τρίτον, απέναντι στο εκβιαστικό δίλημμα των δανειστών πρέπει να τεθεί ανοιχτά μια τρίτη εναλλακτική, αυτή της ρήξης με τους δανειστές. Μια εναλλακτική αναμφίβολα επώδυνη, που μπορεί όμως στις σημερινές συνθήκες να είναι η λιγότερο κακή από αυτές που καλούμαστε να επιλέξουμε. Είναι προφανές ότι την επιλογή της ρήξης δεν μπορεί να την κάνει η κυβέρνηση μόνη της, αλλά θα πρέπει να προσφύγει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη λαϊκή ετυμηγορία. Ο λαός πρέπει να μπει στο επίκεντρο των εξελίξεων για να ξεφύγουμε από την παγίδα που μεθοδικά στήνουν οι δανειστές.

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 76 ακόμα followers